2.1 Η διεθνής κατάσταση

Στο ξεκίνημα της δεύτερης δεκαετίας του 20ού αιώνα, όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος αναλάμβανε πρωθυπουργός της Ελλάδας, η Οθωμανική αυτοκρατορία βρισκόταν σε δεινή θέση. Στο εσωτερικό της επικρατούσε αναταραχή, που είχε ως αφετηριακό της σημείο, την επικράτηση της επανάστασης των Νεότουρκων δύο χρόνια νωρίτερα. Οι Νεότουρκοι είχαν επαναφέρει σε ισχύ το σύνταγμα του 1876 και μετά από τη διεξαγωγή εκλογών εκτόπισαν τη σουλτανική εξουσία. Το νέο καθεστώς της Κωνσταντινούπολης ξεκίνησε αμέσως να εφαρμόζει μία πολιτική βίαιου εκτουρκισμού των χριστιανικών εθνοτήτων που ζούσαν στα εδάφη της αυτοκρατορίας. Η αυτονομία των θρησκευτικών κοινοτήτων καταστρατηγήθηκε, τα προνόμια που απολάμβαναν ως τότε το Πατριαρχείο και η βουλγαρική εξαρχία κατέστησαν κενά περιεχομένου και απαγορεύτηκε η δράση οργανώσεων. Η εκπαίδευση τέθηκε κάτω από αυστηρό κρατικό έλεγχο, εισήχθη η υποχρεωτική διδασκαλία της τουρκική γλώσσας στο δημοτικό και καθιερώθηκε η διδασκαλία στην τουρκική όλων των μαθημάτων στα ανώτερα σχολεία. Ο μουσουλμανικός πληθυσμός της Μακεδονίας ενισχύθηκε με οργανωμένο εποικισμό από Βόσνιους. Επίσης, η αυτοκρατορία ενήργησε οικονομικό πόλεμο στην Ελλάδα και αρνιόταν πεισματικά, με απειλή πολέμου, κάθε ενδεχόμενο επίλυσης του κρητικού ζητήματος.

Παράλληλα, η διεθνής κρίση του Οκτωβρίου 1908, με αφορμή την προσάρτηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης από την Αυστροουγγαρία και την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Βουλγαρίας, αποτελούσε σαφή ένδειξη ότι η Οθωμανική αυτοκρατορία ήταν αδύνατο να διατηρηθεί αλώβητη τα επόμενα χρόνια. Οι Μεγάλες Δυνάμεις και οι βαλκανικές χώρες επεδίωκαν το διαμελισμό της Ευρωπαϊκής Τουρκίας. Στις αλληλοσυγκρουόμενες επιδιώξεις τους εντοπίζονται τα πρώτα ψήγματα της μείζονος σύγκρουσης που ακολούθησε έξι χρόνια αργότερα, του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Πέρα από την εντεινόμενη αναταραχή στο εσωτερικό της, τον Σεπτέμβριο του 1911, η αυτοκρατορία ενεπλάκη σε μία ιδιαίτερα σκληρή πολεμική περιπέτεια. Η Ιταλία, που επεδίωκε αυξημένο ρόλο έναντι των άλλων Δυνάμεων στη βόρειο Αφρική, κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της και επιτέθηκε κατά των οθωμανικών στρατευμάτων στη Λιβύη. Με το φόβο γενικότερης αποσταθεροποίησης, αφενός η Τουρκία και αφετέρου η Ελλάδα και η Βουλγαρία έσπευσαν να αντιδράσουν με κήρυξη μερικής επιστράτευσης κατά μήκος των κοινών τους συνόρων. Σύντομα οι επιστρατεύσεις άρθηκαν, καθώς κρίθηκε ότι δεν υπήρχε άμεσος κίνδυνος ανάφλεξης στην περιοχή, δεδομένου ότι η πολεμική αναμέτρηση είχε περιοριστεί στην Αφρική. Ένα χρόνο αργότερα, τον Οκτώβριο του 1912, η υπογραφή της ιταλοτουρκικής συνθήκης επισφράγισε το τέλος αυτού του πολέμου. Το οικονομικό πλήγμα που υπέστη η αυτοκρατορία ήταν ισχυρό, ενώ ο οθωμανικός στόλος είχε αποδυναμωθεί σοβαρά. Η πλήρης επικράτηση της Ιταλίας αποτυπωνόταν στην απόδοση σε αυτήν της Κυρηναϊκής και των Δωδεκανήσων, με εξαίρεση το Καστελλόριζο. Ο όρος περί επιστροφής των Δωδεκανήσων στην Τουρκία μετά την οριστική απομάκρυνση των οθωμανικών στρατευμάτων από τη Λιβύη, έμενε στην πραγματικότητα κενό γράμμα. Η Ιταλία, επικαλούμενη τη συνέχιση της παρουσίας των Τούρκων στην περιοχή, μπορούσε να παρατείνει επ’ αόριστον την κατοχή του νησιωτικού συμπλέγματος.

Η εντεινόμενη καταπάτηση των δικαιωμάτων των χριστιανικών πληθυσμών, που καθιστούσε ορατό τον κίνδυνο αφανισμού τους και η αντιμετώπιση του νεοτουρκικού εθνικισμού κινητοποίησαν τις κυβερνήσεις των βαλκανικών χωρών. Η αποδυνάμωση της αυτοκρατορίας μετά τον πόλεμο με την Ιταλία αντιμετωπίστηκε ως η μεγάλη ευκαιρία για να προωθήσουν τις εδαφικές διεκδικήσεις τους μετά την επικείμενη διάλυσή της. Κάθε χριστιανικό κράτος επεδίωκε να μεγιστοποιήσει τα οφέλη της επόμενης μέρας του πολέμου, με την απόσπαση όσο το δυνατό περισσότερων εδαφών και την ένταξη στην επικράτειά του όσο το δυνατό ευρύτερων πληθυσμών, με την επίκληση εθνολογικών, θρησκευτικών και γλωσσικών δεσμών.