3.1 Ο πόλεμος συνεχίζεται

Σε εφαρμογή της ανακωχής, οι εμπόλεμες χώρες, με εξαίρεση την Ελλάδα που δεν δεσμευόταν από αυτή, διέκοψαν τις επιχειρήσεις στα διάφορα μέτωπα για δύο μήνες (20 Νοεμβρίου 1912 έως 20 Ιανουαρίου 1913). Οι ελληνικές δυνάμεις συνέχιζαν τις πολεμικές επιχειρήσεις στην ξηρά (Ήπειρο), με στρατηγική επιδίωξη την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, και στη θάλασσα. Ενισχυμένη από δυνάμεις που είχαν φθάσει από τη Μακεδονία, η στρατιά της Ηπείρου κατέλαβε τα Πεστά (29 Νοεμβρίου), όπου τα οθωμανικά στρατεύματα είχαν παραμείνει οχυρωμένα για δύο μήνες. Στη συνέχεια, οι ελληνικές δυνάμεις ακινητοποιήθηκαν μπροστά στο Μπιζάνι.

Σε διπλωματικό επίπεδο, την ίδια ημέρα ξεκινούσε στο Λονδίνο η διάσκεψη της ειρήνης, αρχικά με τη συμμετοχή μόνο αντιπροσώπων των Δυνάμεων. Σε αυτή προήδρευε ο υπουργός Εξωτερικών της Αγγλίας σερ Έντουαρντ Γκρέι. Στις 3 Δεκεμβρίου συγκλήθηκε διάσκεψη στην οποία μετείχαν οι εκπρόσωποι των εμπόλεμων. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για δύο παράλληλες διαδικασίες. Επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας τέθηκε ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Όμως, σύντομα διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε έδαφος συνεννόησης, καθώς η Οθωμανική αυτοκρατορία δεν ήταν διατεθειμένη να συναινέσει στο διαμελισμό του ευρωπαϊκού της τμήματος. Η Πύλη απαντούσε αρνητικά στις αξιώσεις των βαλκανικών χωρών για παραχώρηση των εδαφών από τον Εύξεινο Πόντο και τον Ελλήσποντο ως την Αδριατική, καθώς και των νησιών του Αιγαίου. Οι αντιπροτάσεις της να διατηρήσει το μεγαλύτερο μέρος της ανατολικής Θράκης (βιλαέτι Αδριανούπολης), την Κρήτη και τα νησιά, ενώ η Μακεδονία να ανακηρυχθεί αυτόνομη επαρχία κάτω από την επικυριαρχία της, δεν άφηναν περιθώρια για συμφωνία.

Μετά την εκπνοή της ανακωχής και καθώς οι διαπραγματεύσεις στο Λονδίνο είχαν αποβεί άκαρπες, στις 21 Ιανουαρίου ο Α΄ Βαλκανικός πόλεμος εισήλθε στη δεύτερη φάση του. Όλο αυτό το διάστημα στο ηπειρωτικό μέτωπο ο συνεχής πόλεμος θέσεων και οι κακουχίες από τις εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες του χειμώνα 1912-13, που ήταν από τους βαρύτερους των τελευταίων ετών, ταλαιπωρούσαν και τις δύο πλευρές. Μετά από ολιγοήμερη αναστολή των επιχειρήσεων, οι ελληνικές δυνάμεις ανασυγκροτημένες ρίχνονταν και πάλι στη μάχη. Η επίθεση κατά του Μπιζανίου υπό τις διαταγές του Κωνσταντίνου, που είχε στο μεταξύ αναλάβει επικεφαλής της στρατιάς Ηπείρου, ξεκίνησε στις 27 Ιανουαρίου. Προηγουμένως, ο Οθωμανός διοικητής των Ιωαννίνων Εσάτ πασάς είχε απορρίψει πρόταση του Κωνσταντίνου, που θεωρούσε δεδομένη την ήττα της Τουρκίας, να παραδώσει αμαχητί την πόλη. Οι ελληνικές επιθέσεις ήταν επαναλαμβανόμενες, αλλά οι οθωμανικές δυνάμεις αντιστέκονταν και συχνά προέβαιναν σε αντεπιθέσεις. Οι σφοδρές μάχες του πυροβολικού των δύο πλευρών ήταν συνεχείς, σχεδόν σε καθημερινή βάση. Στις 20 Φεβρουαρίου εξαπολύθηκε η τελική γενική επίθεση του ελληνικού στρατού. Ο Εσάτ πασάς, μπροστά στη διαφαινόμενη απόλυτη επικράτηση των αντιπάλων του, εμφανίστηκε αυτή τη φορά διατεθειμένος να παραδοθεί άνευ όρων. Τα ξημερώματα της επομένης στο στρατηγείο του Εμίν Αγά υπογράφηκε το πρωτόκολλο παράδοσης. Περισσότεροι από 20.000 Τούρκοι στρατιώτες αιχμαλωτίστηκαν. Στις 22 Φεβρουαρίου ο ελληνικός στρατός εισήλθε θριαμβευτικά στην πόλη.

Σε αντίθεση με τη μακεδονική εκστρατεία, όπου ο ελληνικός στρατός δεν συνάντησε ιδιαίτερες δυσκολίες, στην Ήπειρο η κατάσταση ήταν εντελώς διαφορετική. Οι οθωμανικές δυνάμεις είχαν προετοιμάσει προσεκτικά τη γραμμή οχυρώσεων, περιορίζοντας σημαντικά τις δυνατότητες επίθεσης των Ελλήνων. Η αξιοποίηση ενός περιορισμένου αριθμού διαβάσεων ήταν ουσιαστικά ανέφικτη, καθώς οι Τούρκοι τις κάλυπταν με επαρκή συγκέντρωση πυρών πυροβολικού. Οι σοβαρές απώλειες στα πεδία της μάχης και, κυρίως, εξαιτίας των δυσμενών καιρικών συνθηκών και της υπερκόπωσης είχε κλονίσει το ηθικό των ανδρών του ελληνικού στρατού. Η πολιορκία του Μπιζανίου και γενικότερα οι επιχειρήσεις στο ηπειρωτικό μέτωπο ήταν οι μόνες της περιόδου 1912-13, που είχαν χαρακτηριστικά σύγχρονου πολέμου με μαζικές απώλειες και θα μπορούσαν σε αυτό το επίπεδο να συγκριθούν με τις επιχειρήσεις του Α΄ Παγκόσμιου πολέμου. Είναι ενδεικτικό ότι ενώ η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης απαίτησε προσπάθεια τριών εβδομάδων, η παράδοση των Τούρκων και η είσοδος του ελληνικού στρατού στα Ιωάννινα κατέστησαν εφικτές μετά από αδιάκοπη πολιορκία τριών μηνών. Γενικότερα, οι πολεμικές απώλειες στην Ήπειρο ήταν διπλάσιες σε σύγκριση με αυτές της μακεδονικής εκστρατείας.

Μετά την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, οι ελληνικές δυνάμεις κινήθηκαν προς βορρά. Τις επόμενες ημέρες απελευθερώθηκαν το Μαργαρίτι, η Πάργα, οι Φιλιάτες, το Λεσκοβίκι, η Κόνιτσα και η Πρεμετή. Στις 3 Μαρτίου απελευθερώθηκε η Κλεισούρα, το Αργυρόκαστρο και το Δέλβινο. Την ίδια μέρα ο ελληνικός στρατός έφθασε στους Αγίους Σαράντα και την επομένη στο Τεπελένι. Η απελευθέρωση της Ηπείρου είχε ολοκληρωθεί. Ο Βενιζέλος είχε προσδιορίσει με ακρίβεια τη γραμμή Κλεισούρας-Χειμάρρας ως απώτατο όριο των ελληνικών διεκδικήσεων. Στη συνέχεια, το μεγαλύτερο τμήμα του στρατού Ηπείρου σταδιακά μεταφέρθηκε στη Μακεδονία, όπου ήδη είχε αρχίσει να διαφαίνεται η πιθανότητα μιας πολεμικής σύρραξης με τη Βουλγαρία.