Η διάσκεψη του Βουκουρεστίου ξεκίνησε ταυτόχρονα με την υπογραφή της ανακωχής από τους εμπόλεμους στις 17 Ιουλίου. Σε αυτή μετείχαν αντιπρόσωποι των τεσσάρων βαλκανικών κρατών (Βουλγαρία, Ελλάδα, Σερβία και Ρουμανία), ενώ η Οθωμανική αυτοκρατορία αποκλείστηκε με την αιτιολογία ότι οι συζητήσεις θα αφορούσαν αμιγώς βαλκανικά ζητήματα. Ο ρόλος των αντιπροσώπων των Μεγάλων Δυνάμεων ήταν αποφασιστικής σημασίας, καθώς ουσιαστικά αυτοί κατηύθυναν και συντόνιζαν τις συζητήσεις. Οι διεργασίες που οδήγησαν στην υπογραφή της συνθήκης κατέδειξαν τις ανυπέρβλητες διαφορές μεταξύ των Δυνάμεων, που λίγους μήνες αργότερα οδήγησαν στο ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου.

Το βασικό ζήτημα που έπρεπε να επιλυθεί ήταν ο καθορισμός των συνόρων της ηττημένης Βουλγαρίας με τις τρεις νικήτριες βαλκανικές χώρες. Τα σύνορα με τη Σερβία και τη Ρουμανία ρυθμίστηκαν χωρίς ιδιαίτερες δυσχέρειες. Η Ρουμανία, έχοντας ήδη εξασφαλίσει τη νότια Δοβρουτσά, είχε το περιθώριο να διαδραματίσει μεσολαβητικό ρόλο. Η Σερβία δέχθηκε να περιορίσει τις αρχικές της αξιώσεις και παραχώρησε την πόλη Ιστίπ. Αντίθετα, ο καθορισμός των ελληνοβουλγαρικών συνόρων προκαλούσε μεγάλες προστριβές μεταξύ των δύο χωρών αλλά και των Δυνάμεων.

Η Ελλάδα διεκδικούσε μεγάλο μέρος της δυτικής Θράκης με τη χάραξη της συνοριακής γραμμής Μάκρης (λίγα χιλιόμετρα δυτικά του Δεδέαγατς)-Πέρελικ (στην οροσειρά της Ροδόπης). Οι Βούλγαροι, που ενδιαφέρονταν να εξασφαλίσουν την ευρύτερη δυνατή διέξοδο στο Αιγαίο, ζητούσαν να χαραχθεί η συνοριακή γραμμή αρκετά δυτικότερα, από τον κόλπο του Ορφανού στην περιοχή της Ξάνθης μέχρι τα σερβοβουλγαρικά σύνορα. Η διπλωματική συγκυρία δεν ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκή για την προώθηση των ελληνικών αιτημάτων, καθώς γύρω από τη διαφιλονικούμενη περιοχή αναπτύσσονταν περίπλοκα διεθνή συμφέροντα. Επίσης, οι Βούλγαροι είχαν πληροφορηθεί την επιτυχία της τελευταίας αντεπίθεσής τους εναντίον των ελληνικών δυνάμεων και με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση διεκδικούσαν μεγάλες μακεδονικές πόλεις. Μπροστά στο διαφαινόμενο αδιέξοδο, οι Δυνάμεις παρενέβησαν προκειμένου να διευθετήσουν το ζήτημα. Ουσιαστικά, το ενδιαφέρον είχε επικεντρωθεί στην ανατολική Μακεδονία. Ειδικότερα, σημείο τριβής μεταξύ των δύο χωρών αποτελούσε η διεκδίκηση της Καβάλας και της ευρύτερης περιοχής.

Ο Βενιζέλος, που εξαρχής δεν συμμεριζόταν τις απόψεις για συντριβή της Βουλγαρίας στο πολεμικό πεδίο από τις ελληνικές δυνάμεις και τις συνακόλουθες μαξιμαλιστικές διεκδικήσεις, είχε μεταβεί στη διάσκεψη με επίγνωση του συσχετισμού ισχύος. Ο ελληνικός στρατός ήταν εξουθενωμένος. Η Ελλάδα είχε πληρώσει βαρύτατο τίμημα σε ανθρώπινες απώλειες στους πολέμους του 1912-13. Οι νεκροί ανήλθαν σε 7.732 και οι τραυματίες σε 42.819. Το συνολικό κόστος για την ελληνική εθνική οικονομία είχε φθάσει σε δυσθεώρητα ύψη (υπολογιζόταν σε 414,5 εκατομμύρια δραχμές). Επιπλέον, ήταν βέβαιο ότι μια τέτοια επιλογή θα έστρεφε εναντίον της Ελλάδας τόσο τα βαλκανικά κράτη όσο και τις Δυνάμεις, ιδιαίτερα την Ιταλία και την Αυστρία. Επομένως, ο Βενιζέλος απέκλειε κάθε σκέψη για εμπλοκή σε μια νέα πολεμική περιπέτεια και επικέντρωνε το ενδιαφέρον του στη διπλωματική διεκδίκηση του ευνοϊκότερου αποτελέσματος για την Ελλάδα. Είχε κατά νου ότι, στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης, το απώτατο σημείο υποχώρησης για τις ελληνικές διεκδικήσεις δεν μπορούσε να είναι πέρα από τη γραμμή του Νέστου, ανατολικά της Καβάλας. Ο Έλληνας πρωθυπουργός δεν έτρεφε αυταπάτες: σε μία τέτοια διάσκεψη λίγη βαρύτητα θα είχε η επίκληση του εθνοθρησκευτικού χαρακτήρα της πλειοψηφίας των κατοίκων της διεκδικούμενης περιοχής, που επέτρεπε στην Ελλάδα να έχει αλυτρωτικές βλέψεις. Ωστόσο, ο Βενιζέλος γνώριζε ότι η στρατιωτική κατοχή της Καβάλας αποτελούσε για την ελληνική πλευρά ένα σημαντικό κεκτημένο. Επρόκειτο για σημαντικό διαπραγματευτικό πλεονέκτημα, που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά, καθώς οι Δυνάμεις, σε περίπτωση που η πόλη επιδικαζόταν στους Βούλγαρους, δεν θα ήταν διατεθειμένες να επέμβουν για την εκδίωξη του ελληνικού στρατού ούτε βεβαίως θα επέτρεπαν νέα πολεμική ανάφλεξη στην περιοχή.

Η Βουλγαρία υποστηριζόταν από την Αυστροουγγαρία και τη Ρωσία, που πρόβαλαν το επιχείρημα ότι δικαιωματικά έπρεπε να διαθέτει ένα μεγάλο λιμάνι στο Αιγαίο, δεδομένου ότι η Ελλάδα είχε ήδη εξασφαλίσει τη Θεσσαλονίκη. Τα συμφέροντα και των δύο χωρών υπαγόρευαν τη διατήρηση της Βουλγαρίας ως μίας ισχυρής παρουσίας στη Βαλκανική. Η πρώτη επεδίωκε την αποδυνάμωση της Σερβίας, που πρόβαλε διεκδικήσεις στα εδάφη της. Η δεύτερη προσέβλεπε στην επαναπροσέγγιση της Βουλγαρίας με τη Σερβία, στο πλαίσιο της ιδεολογίας του πανσλαβισμού, για να την αξιοποιήσει στη συνέχεια στον εντεινόμενο ανταγωνισμό της με την Αυστροουγγαρία. Η Γαλλία τασσόταν αναφανδόν υπέρ των ελληνικών αιτημάτων, λόγω των οικονομικών συμφερόντων που είχε στην Ελλάδα. Η Αγγλία τήρησε ουδέτερη στάση όπως και η Ιταλία, ιδιαίτερα μετά την υποχώρηση της Ελλάδας σε δύο ζητήματα που την ενδιέφεραν (βορειοηπειρωτικό ζήτημα και τύχη Δωδεκανήσων). Αυτό όμως που έγειρε αποφασιστικά την πλάστιγγα υπέρ της Ελλάδας ήταν η μάλλον ανέλπιστη υποστήριξη της Γερμανίας, η οποία έπεισε τη Ρουμανία να υποστηρίξει τις ελληνικές θέσεις. Με αυτή τη στρατηγική επιλογή, η Γερμανία επιχειρούσε να θέσει τις βάσεις για την ευόδωση των σχεδιασμών της ενόψει των διαγραφόμενων διεθνών εξελίξεων. Σε αυτούς εντάσσονταν η σύμπηξη ενιαίου μετώπου βαλκανικών κρατών με τη συμμετοχή της Ελλάδας, της Ρουμανίας, της Τουρκίας και πιθανόν της Σερβίας και του Μαυροβούνιου και συνακόλουθα η εξασφάλιση εξόδου στο Αιγαίο. Ουσιαστικά, το Βερολίνο επεδίωκε να αποσπάσει την Ελλάδα από την επιρροή των δυνάμεων της Αντάντ/των Αγγλογάλλων, καθώς η Βουλγαρία βρισκόταν ήδη στη σφαίρα επιρροής της Ρωσίας. Επίσης, η βασίλισσα Σοφία είχε παρέμβει στον αδελφό της, ζητώντας να υποστηρίξει τα ελληνικά αιτήματα.

Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου υπογράφηκε στις 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1913. Σε συνδυασμό με τις προβλέψεις των επιμέρους διμερών συμβάσεων και διακυβερνητικών επαφών που ακολούθησαν, καθορίστηκε ο νέος χάρτης της Βαλκανικής και ρυθμίστηκαν μια σειρά από επιμέρους διμερή ζητήματα. Η συνοριακή γραμμή Ελλάδας-Βουλγαρίας ξεκινούσε από τα νέα βουλγαροσερβικά σύνορα επί της κορυφογραμμης του όρους Μπέλες και κατέληγε στις εκβολές του ποταμού Νέστου στο Αιγαίο, 50 χιλιόμετρα ανατολικά της Καβάλας, ουσιαστικά αποδίδοντας στην Ελλάδα το σύνολο των περιοχών μεταξύ των ποταμών Στρυμόνα και Νέστου. Η πόλη της Καβάλας και το νησί της Θάσου περιερχόταν στην ελληνική κυριαρχία, όπως επίσης η Χαλκιδική και τα νησιά του Αιγαίου, εκτός από τα Δωδεκάνησα, την Ίμβρο και την Τένεδο. Επίσης, η Βουλγαρία παραιτήθηκε ρητώς από κάθε αξίωσή της στην Κρήτη. Στην ηττημένη Βουλγαρία, που απώλεσε το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών που είχε κατακτήσει στον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο, τελικά αποδόθηκε περίπου το 1/4 των εδαφών που διεκδικούσε, όπως η δυτική Θράκη, ενώ διατηρούσαν διέξοδο στο Αιγαίο. Η Σερβία παρότι πέτυχε σημαντική αύξηση της εδαφικής της επικράτειας και αύξησε τον πληθυσμό της κατά 1,5 εκατομμύριο, έμεινε χωρίς διέξοδο στην Αδριατική. Η Ρουμανία απέσπασε τη Δοβρουτσά και η συνοριακή της γραμμή με τη Βουλγαρία εκτεινόταν από το Δούναβη ως τη Μαύρη Θάλασσα. Επιπλέον, μετά από ανταλλαγή επιστολών μεταξύ του πρωθυπουργού της και του Βενιζέλου, αναγνωρίστηκαν θρησκευτικά και εκπαιδευτικά προνόμια στα βλαχόφωνα χωριά των νέων ελληνικών κτήσεων στην ευρύτερη περιοχή της Πίνδου, στην Ήπειρο και τη Μακεδονία (δικαίωμα ίδρυσης επισκοπής, απόδοση αυτονομίας σε σχολεία και εκκλησίες-χρηματοδότηση και επίβλεψή τους από τη ρουμανική κυβέρνηση).

Επίσης, καθορίζονταν οι όροι για την εκκένωση του βουλγαρικού εδάφους από τα ξένα στρατεύματα, την αμοιβαία απόδοση των αιχμαλώτων και την επικύρωση της συνθήκης.

Με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου μεταβλήθηκε σημαντικά ο χάρτης της νοτιοανατολικής Ευρώπης και καταλύθηκε οριστικά η τουρκική κυριαρχία στην περιοχή. Στο εξής η Τουρκία είχε υπό την κυριαρχία της την Κωνσταντινούπολη και ένα τμήμα της Θράκης, λίγο μεγαλύτερο από αυτό που διέθετε πριν το Β΄ Βαλκανικό πόλεμο. Ήταν βέβαιο ότι οι Δυνάμεις δεν ήταν διατεθειμένες να προβούν στην αναθεώρησή της διότι, εκτός της Αυστρίας που επιθυμούσε να ανατρέψει τις αποφάσεις του Βουκουρεστίου, επιδιώκοντας κυρίως την αποδυνάμωση της Σερβίας, καμία από τις υπόλοιπες δεν επιθυμούσε να ανοίξει ένας νέος κύκλος αιματηρής αντιπαράθεσης στη χερσόνησο του Αίμου.

Με τη Συνθήκη των Αθηνών της 1ης/14ης Νοεμβρίου 1913, που υπογράφηκε μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, τερματίστηκε η εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ των δύο χωρών και επικυρώθηκαν όσα «προκαταρκτικώς» είχαν συνομολογηθεί με τη Συνθήκη του Λονδίνου. Η συνθήκη αυτή, σύμφωνα με τον Βενιζέλο, ήταν «η τελευταία λέξη επί του κρητικού ζητήματος», καθώς εξέλιπε κάθε ίχνος τουρκικής επικυριαρχίας στην Κρήτη. Μετά και από την παραίτηση της Βουλγαρίας από κάθε σχετική αξίωση, επικυρωνόταν η ένωση με την Ελλάδα- θεωρήθηκε περιττό να ζητηθεί αντίστοιχη παραίτηση από τα άλλα δύο κράτη, στα οποία η Κρήτη είχε εξ αδιαιρέτου παραχωρηθεί με τη Συνθήκη του Λονδίνου (Σερβία και Μαυροβούνιο). Όσον αφορά το ζήτημα των νησιών του Αιγαίου, με τη συνθήκη των Αθηνών, οι δύο χώρες ανέθεταν τη ρύθμισή του στις Δυνάμεις. Στις 31 Ιανουαρίου 1914 οι Δυνάμεις επικαιροποιούσαν την παλαιότερη απόφασή τους, στο πλαίσιο της διάσκεψης του Λονδίνου, για την παραχώρηση στην Ελλάδα του συνόλου των νησιών, με εξαίρεση την Ίμβρο, την Τένεδο και το Καστελόριζο, θέτοντας δύο όρους: η Ελλάδα όφειλε να μην οχυρώσει ούτε να αξιοποιήσει τα νησιά για στρατιωτικούς σκοπούς. Επίσης, μετά την παραχώρηση της Βόρειας Ηπείρου στο αλβανικό κράτος, με το πρωτόκολλο της Φλωρεντίας της 17ης Δεκεμβρίου 1913, ο ελληνικός στρατός έπρεπε να αποχωρήσει από τα εδάφη της. Ωστόσο, η απόφαση των Δυνάμεων δεν έγινε δεκτή από την Τουρκία. Το επόμενο διάστημα, ο Βενιζέλος επιχείρησε μυστική διπλωματική προσέγγιση προκειμένου να επιτευχθεί ελληνοτουρκική συνεννόηση για την κατοχύρωση της οριστικής προσάρτησης των νησιών στην Ελλάδα, η οποία αναγκάστηκε παράλληλα να εμπλακεί σε ένα νέο ανταγωνισμό ναυτικών εξοπλισμών για την κυριαρχία στο Αιγαίο. Οι πόροι που διατέθηκαν, όπως η πρώτη δόση ενός δανείου 500 εκατομμυρίων φράγκων, προορίζονταν για την κάλυψη μέρους του πολεμικού κόστους του 1912-13 και τη χρηματοδότηση της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης και ανάπτυξης.

Αναμφίβολα, η συνθήκη του Βουκουρεστίου επισφράγισε την επιτυχία της ελληνικής πολεμικής προσπάθειας του 1912-13. Σε διάστημα δέκα μηνών τα σύνορα του καχεκτικού ελευθέρου ελληνικού βασιλείου έφθασαν από τη Μελούνα στο Μπέλες, την Πρέσπα και το Νέστο. Η έκταση του διπλασιάστηκε, από 63.211 σε 120.308 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Η Ελλάδα αποκτούσε περιοχές με ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, σημαντικές εύφορες εκτάσεις και νέες πλουτοπαραγωγικές πηγές. Ο πληθυσμός της αυξήθηκε κατά 80%, από 2.631.952 σε 4.718.221 κατοίκους. Στο εξής δεν διέθετε χερσαία σύνορα με την πολυεθνική και αχανή Οθωμανική αυτοκρατορία αλλά με εθνικά κράτη, στα βορειοανατολικά με τη Βουλγαρία και στα βόρεια με τη Σερβία και με τη νεοσύστατη Αλβανία. Η συνθήκη συνιστούσε ένα αποφασιστικό βήμα για την εκπλήρωση των ελληνικών εθνικών διεκδικήσεων, αλλά δεν αποτέλεσε την ολοκληρωτική δικαίωσή τους. Περιοχές με έντονη παρουσία του ελληνικού στοιχείου (ανατολική Ρωμυλία, Θράκη, Μοναστήρι κ.ά.) είτε περιέρχονταν στη βουλγαρική κυριαρχία είτε παρέμεναν υπό οθωμανική διοίκηση. Εξάλλου, η συνθήκη άφηνε σε εκκρεμότητα την τύχη της Βόρειας Ηπείρου και των νησιών του ανατολικού Αιγαίου, που, όπως είδαμε, η πρώτη προσαρτήθηκε τελικά στο αλβανικό κράτος, ενώ σχεδόν το σύνολο των νησιών αποδόθηκαν στην Ελλάδα.

Η εδαφική και πληθυσμιακή μεγέθυνση της Ελλάδας συνεπαγόταν νέες δυνατότητες ανάπτυξης της εθνικής οικονομίας και αναβάθμισης της στρατιωτικής ισχύος, ενώ βελτίωνε τη θέση του ελληνικού κράτους στη διεθνή διπλωματική κονίστρα. Η Ελλάδα ήταν πλέον μια υπολογίσιμη περιφερειακή δύναμη στη Βαλκανική, έχοντας υπό τον έλεγχό της το μεγαλύτερο μέρος των νότιων παραλίων της, στο Αιγαίο και γενικότερα στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Αυτό που προείχε ήταν η οργάνωση και ομαλή ένταξη των νέων περιοχών και των αντίστοιχων πληθυσμών στο ελληνικό κράτος και η αξιοποίηση των αναπτυξιακών ευκαιριών που ανέκυπταν, ιδιαίτερα με την προσάρτηση εύφορων εκτάσεων και ανεπτυγμένων πόλεων στη Μακεδονία. Για την αποτελεσματικότερη διαχείριση της νέας πραγματικότητας, συστήθηκαν από την πρώτη στιγμή γενικές διοικήσεις στις νέες χώρες. Με την εκμετάλλευση των εύφορων εδαφών και των νέων πλουτοπαραγωγικών πηγών (καπνός και δασοκομία στη Μακεδονία, ελαιοπαραγωγή στα νησιά, κτηνοτροφία στην Ήπειρο) τονώθηκε σημαντικά η εθνική οικονομία. Ταυτόχρονα, η αύξηση του πληθυσμού σήμανε τη διεύρυνση της εσωτερικής αγοράς και ουσιαστικά επέβαλε τη βιομηχανική ανάπτυξη, καθώς και βελτιώσεις στις επικοινωνιακές συνδέσεις (κυρίως οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο) στο εσωτερικό της χώρας αλλά και με τα γειτονικά κράτη. Αναπόφευκτα, όμως, ορισμένα προβλήματα παρέμεναν άλυτα, όπως το αγροτικό ζήτημα, ενώ εξαιτίας της πολεμικής προσπάθειας είχε ανακοπεί βίαια το μεταρρυθμιστικό έργο της πρώτης κυβέρνησης Βενιζέλου. Επιπλέον, οι αναπτυξιακές ευκαιρίες θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν στο μέγιστο βαθμό μέσα σε ένα ειρηνικό περιβάλλον, όχι σε ένα πλαίσιο γενικευμένης αβεβαιότητας. Και η συνθήκη του Βουκουρεστίου, παρότι ρύθμιζε πολλά βαλκανικά ζητήματα, άφηνε σημαντικές εκκρεμότητες. Ήταν για παράδειγμα δεδομένο ότι η Βουλγαρία και η Τουρκία θα επιζητούσαν την πρώτη ευκαιρία για να βελτιώσουν τη θέση τους. Ο Άγγλος υπουργός Εξωτερικών Γκρέι προέβλεπε ότι με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου σε ισχύ, οποιαδήποτε μελλοντική βαλκανική ειρήνη θα ήταν ανέφικτη.

Επιπρόσθετα, η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με την ταυτόχρονη γένεση προσφυγικού και μειονοτικού ζητήματος. Οι ελληνικοί πληθυσμοί που παρέμεναν στην επικράτεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στην ανατολική Θράκη και τη Μικρά Ασία βρίσκονταν σε δεινή θέση. Οι τουρκικοί πληθυσμοί στρέφονταν εναντίον τους, στις περισσότερες περιπτώσεις στη βάση οργανωμένων σχεδίων. Στη διάρκεια του 1914 περισσότερες από 250 χιλιάδες κατέφυγαν πρόσφυγες στην Ελλάδα, στα νησιά του Αιγαίου και τα ηπειρωτικά εδάφη. Παράλληλα, στις νέες χώρες που εντάχθηκαν στο ελληνικό κράτος κατοικούσαν συμπαγείς μη ελληνικοί πληθυσμοί. Έτσι, έπρεπε εκ των πραγμάτων να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο συμβίωσης ετερογενών πληθυσμών σε ένα κράτος που δεν είχε αντίστοιχη εμπειρία. Το μειονοτικό ζήτημα, με βασική παράμετρο την ενσωμάτωση των νέων πληθυσμών, οξύνθηκε τα επόμενα χρόνια, ιδιαίτερα μετά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο και κυρίως τη μικρασιατική καταστροφή.

Την 1η Δεκεμβρίου 1913 στο φρούριο Φιρκάς των Χανίων πραγματοποιήθηκε η επίσημη τελετή της ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα, παρουσία του βασιλιά Κωνσταντίνου και του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου. Σε συμβολικό επίπεδο, την ημέρα εκείνη, με τη συμπλήρωση τεσσάρων ετών από την άφιξη του Βενιζέλου στην Αθήνα, έκλεινε ένας κύκλος. Ο απολογισμός που θα μπορούσε να κάνει εκείνη την ώρα ο Βενιζέλος είναι βέβαιο ότι θα ικανοποιούσε τον Κρητικό πολιτικό ηγέτη. Είχε δημιουργήσει μια νέα Ελλάδα. Με το ευρύτατο μεταρρυθμιστικό του έργο και τις μελετημένες περίτεχνες διπλωματικές του επιλογές, με μεγάλες θυσίες στα πεδία των μαχών, η Ελλάδα είχε πετύχει αυτό που λίγα χρόνια πριν έμοιαζε ακατόρθωτο. Πέρα από τον εδαφικό και πληθυσμιακό διπλασιασμό, είχε μεταβληθεί σημαντικά η ίδια η φυσιογνωμία του ελληνικού κράτους, σε θεσμικό, οικονομικό και στρατιωτικό επίπεδο. Η χώρα αποκτούσε υποδομές και βρισκόταν στο δρόμο της ανάπτυξης και της προόδου. Από παρίας του διεθνούς συστήματος, είχε εξελιχθεί σε μία αξιόλογη περιφερειακή δύναμη με διεθνές κύρος και η θέση της στις πολεμικές περιπέτειες που θα ακολουθούσαν επρόκειτο να είναι ενισχυμένη. Επιπλέον, χάρη στις πολεμικές προσπάθειες του 1912-13 και με τη δική του προσωπική σφραγίδα, η ιδιαίτερη πατρίδα του ενώθηκε οριστικά με το εθνικό κέντρο. Ήταν η δικαίωση σκληρών αγώνων για γενιές Κρητικών στο επαναστατικό και στο διπλωματικό πεδίο, σε αρκετούς από τους οποίους ο ίδιος ήταν ο πρωταγωνιστής.